ἰδμοσύνη

ἰδμοσύνη
ἰδμοσύνη, ,
A knowledge, skill, APl.4.273 (Crin.): in pl., Hes.Th. 377.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • ιδμοσύνη — ἰδμοσύνη, ἡ (Α) γνώση, εμπειρία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ίδμων + κατάλ. οσύνη (πρβλ. ελεημ οσύνη, νοημ οσύνη)] …   Dictionary of Greek

  • ἰδμοσύνη — knowledge fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰδμοσύνῃ — ἰδμοσύνη knowledge fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰδμοσύναισι — ἰδμοσύνη knowledge fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰδμοσύνην — ἰδμοσύνη knowledge fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰδμοσύνης — ἰδμοσύνη knowledge fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰδμοσύνῃσι — ἰδμοσύνη knowledge fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰδμοσύνῃσιν — ἰδμοσύνη knowledge fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ιδμή — ἰδμή καί ἴδμη, ἡ (Α) [ίδμων] ιδμοσύνη* …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”